Τραγωδώ σημαίνει αφηγούμαι

Ο Γιώργος Σταυρακάκης είναι ένας άνθρωπος που σου αποκαλύπτεται σιγά-σιγά. Προσωπικά το έργο του το γνώρισα αντιστρόφως ανάλογα του επαγγέλματός μου, τον γνώρισα πρώτα ως ποιητή και ύστερα ως τραγουδοποιό. Πάντοτε όμως είχε την ίδια συνέπεια έργω και λόγω. Πλέον αριθμεί 5 προσωπικούς δίσκους και 7 βιβλία, πάντοτε με την ίδια καλλιτεχνική άποψη μόνο που πλέον με τις “Χάρτινες Πόλεις”, τον τελευταίο του δίσκο, ακούγεται πιο ώριμος από ποτέ…


  • Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από τον τελευταίο σας δίσκο με τίτλο «Χάρτινες Πόλεις». Εννιά τραγούδια με πυρήνα την πόλη. Τι σας ενέπνευσε, ώστε να επιλέξετε αυτό το τοπίο ως βασικό σκηνικό στο δίσκο;

Τα τελευταία δέκα χρόνια ζούσα στην Κυψέλη. Μια γειτονιά της Αθήνας που η καθημερινότητά της δεν μπορούσε να σε αφήσει αδιάφορο. Πολλές απ’ τις φιγούρες που κινούνται μέσα σ’ αυτά τα τραγούδια έχουν περάσει από μπροστά μου είτε σαν άνθρωποι της διπλανής πόρτας είτε σαν εικόνες δρόμου κάνοντάς μου αυτό που λένε «κλικ». Ήταν πρόσωπα και σκηνές που είχαν καταγραφτεί μέσα μου και που κάποια στιγμή χώρεσαν σ’ αυτά τα τραγούδια. Θα μπορούσε όμως αυτό το σκηνικό να το συναντήσει κανείς σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις, όπου κι αν βρίσκονται αυτές. Πρόσωπα όπως ο μετανάστης, ο ρακοσυλλέκτης, η πόρνη, ο Τζακ, ζουν και κινούνται ανάμεσά μας και κουβαλάνε τις δικές τους τραγικές ιστορίες.

  • Γιατί χάρτινες πόλεις; Είναι τόσο εύθραυστες οι πόλεις, τα τσιμεντένια δάση όπως αναφέρετε σ’ ένα στίχο σας, που ζούμε… με την αρχαιοελληνική έννοια του άστεως, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης δηλαδή, αλλά και ως τόποι που διαλέξαμε να ζούμε τη ζωή μας;

Ναι, τελικά τίποτα δεν είναι δεδομένο. Βλέπεις, τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία απ’ τη μια στιγμή στην άλλη και ως κοινωνία πρέπει καθημερινά να απαντάμε στα καινούργια ζητούμενα. Ζούμε τις ζωές μας όπως τις ζούμε και ταυτόχρονα είμαστε αναγκασμένοι να παλεύουμε γι’ αυτές. Το «Χάρτινες» λοιπόν επισημαίνει το πόσο εύθραυστα και προσωρινά είναι τα πάντα γύρω μας.

  • Στις «Χάρτινες Πόλεις» διασκευάσατε τον Τζακ Ο’ Χάρα των Ζαμπέτα – Άθα αλλά αποδώσατε στα ελληνικά και το via del campo του De Andre, δύο διαφορετικά μουσικά ακούσματα, που ωστόσο τα «φέρνετε» μουσικά στη δική σας αισθητική. Ποιες οι μουσικές σας επιρροές;

Ναι, «O Τζακ Ο’ Χάρα», ίσως το μοναδικό «μαύρο» κομμάτι που έγραψε ο Ζαμπέτας, το ‘χα πολλά χρόνια μέσα μου και χτυπούσε σαν ένα βαρύ δωδεκάμετρο μπλουζ. Νομίζω ότι στις «Χάρτινες Πόλεις» βρήκε εκείνο το περιβάλλον που του έπρεπε, το ίδιο συνέβη και με το «Via del campo» του De Andre, μόνο που εδώ έπρεπε να γραφτούν απ’ την αρχή στίχοι. Μίλησα λοιπόν με τον δικό μου τρόπο για τους δρόμους της πλασματικής ευτυχίας. Από το αποτέλεσμα προσωπικά είμαι πολύ ικανοποιημένος, γιατί κατάφερα να εντάξω δύο εντελώς διαφορετικές σχολές και αντιλήψεις για το τραγούδι σε μια δισκογραφική δουλειά χωρίς πρόβλημα. Όλα ξεκίνησαν απ’ το ότι απλώς μου άρεσαν τα δυο αυτά τραγούδια και δεν με προβλημάτισε ούτε στιγμή η διαφορετικότητά τους.

  • Για τη δημιουργία του νέου σας δίσκου μεταβήκατε στην Ελβετία με παραγωγό τον φίλο σας, πλέον, Marco Zappa. Γιατί προβήκατε σ’ αυτή την κίνηση; Σε τι διαφέρει μια παραγωγή που γίνεται στο εξωτερικό από αυτές που γίνονται στην Ελλάδα;

Με τον παραγωγό μου Marco Zappa έχουμε συνεργαστεί σε διάφορα επίπεδα. Έχουμε δώσει κοινές συναυλίες στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, έχει αποδώσει δικά μου τραγούδια στα ιταλικά όπως και εγώ δικά του στα ελληνικά και τελευταία ηχογραφήθηκε ζωντανά συναυλία μας απ’ το κρατικό ραδιόφωνο της Ελβετίας, η οποία κυκλοφόρησε σε cd με τον τίτλο «Ritratti». Για μένα αυτή η παραγωγή ήταν μια φυσιολογική εξέλιξη αυτής της συνεργασίας. Έτσι κι αλλιώς στην Ελλάδα έχουν σταματήσει πια να χρηματοδοτούνται παραγωγές από τις εταιρίες, όσες έχουν μείνει, και ο κάθε δημιουργός προσπαθεί με όσα μέσα διαθέτει να πάρει επάνω του όλο αυτό το κόστος που απαιτείται. Εντάξει, αυτό είναι και καλό και κακό. Από τη μία πλευρά ελέγχεις ολοσχερώς τη δουλειά σου χωρίς καμία παρέμβαση απ’ τους παρατρεχάμενους των εταιριών -Θεός να τους κάνει παραγωγούς, «κόψε τόνα, άλλαξε τ’ άλλο, όχι έτσι δεν πουλάει» και άλλα φαιδρά-, από την άλλη συμβιβάζεσαι με τη δική σου αδυναμία στο να ξοδέψεις εκείνο το budget που απαιτεί μια αξιόλογη παραγωγή. Βέβαια σήμερα βοηθάει η τεχνολογία για να διεκπεραιώσεις ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς σπίτι σου και να μειώσεις κατά κάποιο τρόπο το κόστος παραγωγής. Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι για μένα τέτοια προβλήματα δεν υπήρξαν, αφού ο Zappa πίστεψε στη δουλειά μου και ανέλαβε εξ ολοκλήρου την παραγωγή. Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία γιατί μου δόθηκε η δυνατότητα να δω από κοντά πόσο διαφορετικά δουλεύουν οι άνθρωποι εκεί. Με τι συνέπεια και όρεξη. Και αυτό αφορά όλους τους συντελεστές. Ίσως αυτό να είναι και το σημείο κλειδί της διαφοράς Ελλάδας και εξωτερικού και όχι τόσο πολύ η τεχνογνωσία που λίγο πολύ όλοι την έχουν σήμερα.

  • «Δεκέμβρης» και «Ένας ψίθυρος για τον Αλέξανδρο» δυο τραγούδια με σαφή τοποθέτηση πάνω στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008. Υπάρχει σήμερα κοινωνικό τραγούδι; Πιστεύεται πως ένας καλλιτέχνης πρέπει να παίρνει θέση στα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα της εποχής του; Έχει ειδικό βάρος η άποψη ενός πνευματικού ανθρώπου;

Το τραγούδι δεν θα μπορούσε να υπάρχει αν δεν είχε σημείο αναφοράς τον άνθρωπο. Σε όλη του τη διαδρομή και σε όλες τις γλώσσες έχουν καταγραφτεί μέσα απ’ το τραγούδι οι αγωνίες, οι χαρές, οι λύπες, τα όνειρα των ανθρώπων. Άλλωστε αυτός είναι και ο λόγος που οι άνθρωποι θέλησαν να εκφραστούν με αυτό το είδος της μουσικής. Για να επικοινωνήσουν την ανάγκη τους και ο Λόγος εδώ είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Άλλωστε το ρήμα «τραγωδώ» που έρχεται από την αρχαιότητα σημαίνει αφηγούμαι. Και έρχομαι ξανά στο ερώτημά σας: πώς θα μπορούσε ο δημιουργός – ο τραγουδοποιός να μείνει ανεπηρέαστος από αυτά που συμβαίνουν γύρω του και που προβληματίζουν την κοινωνία! Εδώ έχει χρέος όχι απλώς να καταγράψει και να αφηγηθεί πράγματα αλλά να πάρει και θέση, πράγμα το οποίο πολλές φορές απαιτεί το ακροατήριο.

  • Γέννημα Κρήτης, αποφασίσατε να μετοικήσετε στην Αθήνα; Γιατί συνέβη αυτό; Η επαρχία δεν μπορεί να συντηρήσει υλικά και πνευματικά έναν καλλιτέχνη;

Οι λόγοι που βρέθηκα στην Αθήνα ήταν καθαρά προσωπικοί και δεν είχαν σχέση με την δισκογραφία. Όμως η αλήθεια είναι ότι υπάρχει πρόβλημα, αν και τα τελευταία χρόνια πάρα πολλοί δημιουργοί αποφασίζουν να μείνουν στις πόλεις τους και να προσπαθούν από ‘κει να συμμετέχουν στο πολιτιστικό γίγνεσθαι. Αυτό ως στάση είναι αξιοπρόσεκτη και θετική θα έλεγα, γιατί δυναμώνει την περιφέρεια και δημιουργεί πυρήνες πολιτισμού και διαδραστικότητας στις τοπικές κοινωνίες. Και ‘δω επίσης έχει βοηθήσει πάρα πολύ το διαδίκτυο, σαν εργαλείο δηλαδή που σου δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνήσεις τη δουλειά σου, και μάλιστα τάχιστα.

  • Εκτός από τραγουδοποιός είστε και ποιητής. Προκρίνετε κάποια από τις δύο μορφές τέχνης; Σ’ αυτούς τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της εποχής μας πιστεύετε ότι η ποίηση έχει λόγο ύπαρξης;

Πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα και έτσι τα αντιλαμβάνομαι. Το μόνο κοινό τους σημείο μπορώ να πω είναι το ταξίδι. Αλλά πρόκειται για διαφορετικούς προορισμούς. Το τραγούδι πρέπει να είναι, και είναι, ένας άμεσος τρόπος να πεις πράγματα, να εκφράσεις συναισθήματα, να συνομιλήσεις με πολύ και διαφορετικό κόσμο και γι’ αυτό δέχεσαι κατά κάποιο τρόπο να γράψεις από κοινού με το ακροατήριο. Δέχεσαι αυτήν την ιδιότυπη μεσολάβηση σαν να το γράφατε παρέα. Η ποίηση από την άλλη απαιτεί την απόλυτη μοναχικότητα που τις πιο πολλές φορές φτάνει στα όρια της μοναξιάς προκειμένου να δεις μ’ ένα πιο ψύχραιμο βλέμμα αυτό που σου παρουσιάζεται. Όταν τελειώσει αυτή η διαδικασία που μοιάζει μ’ έναν επώδυνο τοκετό τότε εμφανίζεται ο αναγνώστης ο οποίος θα προσπαθήσει να βάλει τον εαυτό του με την δική του αντίληψη, τα δικά του μάτια, μέσα στο τοπίο που έχεις δημιουργήσει. Και εκεί δεν υπάρχει καμιά συμφωνία, καμιά δέσμευση, κανέναν όρος κανένας κανόνας. Και δεν υπάρχουν όλα αυτά γιατί και οι δύο πλευρές καταλαβαίνουν ότι η ποίηση είναι πρωτίστως μια προσωπική υπόθεση που μόνο στη διαδρομή της μπορεί να αφορά και άλλους. Τώρα, αν έχει λόγο ύπαρξης αυτό το είδος της λογοτεχνίας είναι ένα ερώτημα που νομίζω έχει απαντηθεί στο πέρασμα των αιώνων. Από τον Όμηρο, τον Αρχίλοχο και μέχρι τους σημερινούς ποιητές, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με το πιο ελκυστικό είδος γραφής.

  • Έχετε κυκλοφορήσει πέντε δίσκους μέχρι τώρα και οι πέντε από διαφορετικές δισκογραφικές εταιρίες. Μάλλον δεν είστε άνθρωπος των δισκογραφικών… Την κατάσταση στη μουσική βιομηχανία του τόπου σήμερα πώς θα την χαρακτηρίζατε όταν δισκογραφικές εταιρίες κλείνουν και αρκετοί καλλιτέχνες κυκλοφορούν τις δουλειές τους μέσω εφημερίδων ή μέσω διαδικτύου;

Η πολιτική που ακολουθούσαν οι δισκογραφικές την τελευταία εικοσαετία ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα έφερνε σε αδιέξοδο τις ίδιες αλλά και πάρα πολλούς καλλιτέχνες οι οποίοι είχαν συνυπογράψει στις πρακτικές και στις μεθόδους των εταιριών. Εντάξει, θα πει κάποιος. Οι εταιρίες είναι εταιρίες και μοναδικός τους στόχος ήταν και είναι το κέρδος. Οι καλλιτέχνες όμως, οι δημιουργοί; Δεν έβλεπαν το διαρκές έγκλημα που γινόταν; Δεν έκαναν τίποτα γι’ αυτό. Αντίθετα, υπήρξε ένας αριβισμός και μια ανταγωνιστικότητα σε προσωπικό επίπεδο που δεν άφηνε κανένα περιθώριο ελπίδας για το ελληνικό τραγούδι και την καλώς εννοούμενη βιομηχανία του. Όλα στο βωμό του κέρδους. Τώρα το μόνο που μας μένει είναι να επαναπροσδιορίσουμε ως δημιουργοί το ρόλο μας και τις ανάγκες μας μέσα σ’ ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο. Νομίζω ότι τελικά θα βρούμε τον τρόπο. Ήδη το διαδίκτυο είναι μια πολύ καλή πλατφόρμα η οποία πρέπει να αξιοποιηθεί στο έπακρον από όλους τους ανθρώπους που εμπλέκονται σ’ αυτή την ιστορία. Το πράγμα έχει ανοίξει πολύ και αυτό είναι απ’ τα θετικά που πρέπει να κρατήσουμε, αλλά και να αξιοποιήσουμε ως δημιουργοί. Χρειάζονται όμως προσεκτικές κινήσεις προκειμένου να μην ξαναφτάσουμε σε αδιέξοδο. Τώρα, οι ιστορίες με τις εφημερίδες και τα cd είναι μια άλλη θλιβερή υπόθεση, που κατά τη γνώμη μου ευτελίζει τη δημιουργία, αλλά που δηλώνει ταυτόχρονα ένα τέλος εποχής.

  • Το ραδιοφωνικό τοπίο πώς το βλέπετε σήμερα; Αποδίδετε μερίδιο ευθύνης για την κρίση που παρατηρείται στην ελληνική δισκογραφία;

Τα ραδιόφωνα στην πλειοψηφία τους ήταν και είναι φερέφωνα των εταιριών και των μάνατζερς. Κι αυτό αφορά περισσότερο την Αθήνα, γιατί στην περιφέρεια υπάρχουν ακόμα άνθρωποι -εννοώ ιδιοκτήτες σταθμών- που παίζουν με την ψυχή και το ένστικτό τους, χωρίς να διαπλέκονται και χωρίς να εξαρτώνται από ομίλους και εταιρίες. Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι χωρίς τη συνενοχή των ραδιοφώνων οι εταιρίες δεν θα μπορούσαν να προωθήσουν όλο αυτό το σκουπιδαριό που παράγουν. Πρέπει τελικά να ομολογήσουμε ότι με την ελεύθερη ραδιοφωνία και τηλεόραση, που εγκαινιάστηκε στην Ελλάδα πριν τρεις δεκαετίες, στην ουσία κανείς δεν ενδιαφέρονταν για τις ελεύθερες φωνές, αλλά για το πώς θα ελέγξουν κάποιοι τα ερτζιανά, να επενδύσουν σ’ αυτά προκειμένου με τα φτηνότερα προϊόντα να έχουν το μεγαλύτερο κέρδος, εκβιάζοντας παράλληλα την όποια εξουσία με την δύναμη που απέκτησαν ώστε να ενδίδει συνέχεια στις ορέξεις και την απληστία των μεγαλοϊδιοκτητών. Η αίσθησή μου είναι ότι ό,τι ζημιά έγινε, έγινε. Νομίζω ότι κλείνει αυτός ο κύκλος όχι γιατί κάποιος το αποφάσισε, αλλά γιατί έτσι το θέλει η συγκυρία. Βλέπεις, τώρα η τηλεόραση τρώει απ’ τις σάρκες της για να επιβιώσει και τα ραδιόφωνα απολύουν τους παραγωγούς για να μπορέσουν υποτίθεται να επιβιώσουν και να κρατήσουν τις συχνότητες. Αλλά μεγάλη ευθύνη σ’ αυτό είχαν και έχουν και οι άνθρωποι του ραδιοφώνου που τόσα χρόνια δεν έκαναν τίποτα προκειμένου να υπερασπιστούν την ελευθερία του λόγου και τον πλουραλισμό, που είναι στοιχείο της έγκυρης και ελεύθερης ραδιοφωνίας. Έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα ερτζιανά δεν είναι τσιφλίκι κανενός και έπρεπε να μάχονται γι’ αυτό. Πράγμα που κατά τη γνώμη μου δεν έγινε και αυτό τους γύρισε μπούμερανγκ.

  • Συνηθίζετε να έχετε την πλήρη δισκογραφική εποπτεία των δίσκων σας, γράφοντας ο ίδιος τη μουσική, τον στίχο και ερμηνεύοντας, αν και συχνά «ντύνονται» τραγούδια σας με φωνές άλλων ερμηνευτών. Έχετε σκεφτεί να γράψετε χωριστά τη μουσική, τον στίχο ή και τα δύο για κάποιον άλλο καλλιτέχνη;

Έχω μάθει να λειτουργώ έτσι και μου είναι δύσκολο να γράψω αλλιώς. Όποτε το προσπάθησα δεν μου βγήκε. Δεν ξέρω βέβαια τι μπορεί να προκύψει στο μέλλον. Νομίζω ότι όλοι οι τραγουδοποιοί, σαν και μένα λειτουργούν. Άλλωστε αυτό είναι το «πακέτο» που τους χαρακτηρίζει: στίχοι, μουσική, ερμηνεία, πολλές φορές και η ενορχήστρωση, όλα περνάνε από τα χέρια τους. Τα τελευταία χρόνια χρεώθηκαν και τις παραγωγές. Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς. Όλα αυτά όμως πιστεύω ότι προκύπτουν απ’ την ανάγκη που παρουσιάζεται στον δημιουργό τού σήμερα να λειτουργήσει πιο εσωτερικά. Πιο μοναχικά. Πέρα απ’ τα πρακτικά ζητήματα που εμφανίζονται στο χώρο της δισκογραφίας υπάρχει και μια περίεργη εσωστρέφεια που χαρακτηρίζει τις δουλειές μας. Έτσι τουλάχιστον το βλέπω εγώ, ακούγοντας τις δουλειές και άλλων συναδέλφων. Ίσως αυτό ξεκινάει απ’ το ότι έχουμε παραδεχτεί ότι όλο το βάρος πρέπει να το σηκώσουμε εμείς. Μαθαίνουμε να δουλεύουμε μόνοι μας και αποδεχόμαστε αυτή τη μοναχικότητα η οποία περνάει και στα τραγούδια μας. Ίσως αυτό να είναι το τέλος μιας εποχής που ήθελε τους τροβαδούρους διασκεδαστές, και όχι γνήσιους δημιουργούς που ακούν αδιαπραγμάτευτα αυτό που χτυπά και πάλλεται μέσα τους.

Χρήστος Λαγαρίας (“Παρατηρητής της Θράκης” 18.6.11)