Η ποίηση συχνά ακροβατεί ανάμεσα στο εύθραυστο και το ανθεκτικό, στο εφήμερο και το διαχρονικό. Στη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «εύθραυστον», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος, ο Γιώργος Σταυρακάκης μας προσκαλεί σε μια διαδρομή βαθιάς ενδοσκόπησης, όπου το συναίσθημα δοκιμάζει τα όριά του και η γλώσσα γίνεται φορέας μιας λεπταίσθητης, αλλά ταυτόχρονα αιχμηρής αλήθειας.
Με λόγο υπαινικτικό και εικόνες που ισορροπούν ανάμεσα στο φως και τη σκιά, ο ποιητής αναμετριέται με την ανθρώπινη ευαλωτότητα, τη μνήμη και την απώλεια, αναζητώντας εκείνες τις στιγμές που, αν και εύθραυστες, αφήνουν το πιο ανεξίτηλο αποτύπωμα. Στη συζήτηση που ακολουθεί, επιχειρούμε να προσεγγίσουμε τον πυρήνα αυτής της ποιητικής πρότασης, φωτίζοντας τις πηγές έμπνευσης, τις θεματικές εμμονές και τη σχέση του δημιουργού με τον λόγο και την εποχή του.
- Καλώς σε βρήκα Γιώργο!! Καταρχάς, θέλω να μου πεις ποια ήταν η αφορμή για να ξεκινήσεις την πορεία σου στον συγγραφικό χώρο.
Είναι κάτι που σου παρουσιάζεται σε πολύ μικρή ηλικία, και που ταυτόχρονα πιάνοντας το νήμα, ανακαλύπτεις πως δεν υπάρχει αρχή και τέλος. Δεν νομίζω ότι υπάρχει αφορμή μα ούτε και αιτία. Ένα κουβάρι που εντελώς ξαφνικά μπερδεύεται στα πόδια σου και που δεν σ’ αφήνει να προσπεράσεις αυτό που σου συμβαίνει. Ζεις με αυτό, δεν μπορείς να ζήσεις χώρια του, μέχρι που γίνεται καθημερινότητα και τελικά τρόπος ζωής. Δεν ξέρω ακόμα αν πρόκειται για ένα είδος ισόβιας τιμωρίας προσπαθώντας καθημερινά να ανατρέψεις το βάρος της στοχαστικής τύψης και τη φορά των πραγμάτων.
- Η ποίηση είναι ένα ομολογουμένως δύσκολο μονοπάτι. Εσύ, πώς αποφάσισες να το ακολουθήσεις;
Είναι φορές που τα μονοπάτια σε διαλέγουν. Μ’ άρεσε πάντα να γράφω περιεκτικά. Γι’ αυτό και θα δείτε ότι τα ποιήματά μου στην πλειοψηφία τους, είναι ολιγόστιχα. Προσπαθώ πάντα σε λίγες γραμμές ν’ αδειάζω, κι αυτή τη δυνατότητα μου τη δίνει η ποίηση. Καταλαβαίνω βέβαια ότι σ’ αυτή την προσπάθεια υπάρχει η περίπτωση να γίνεσαι αρκετές φορές ασαφής, και γι’ αυτό ενδεχομένως να χρειάζονται πολλαπλές αναγνώσεις. Αλλά τι να κάνουμε. Έχει κι αυτό τη γοητεία του. Είναι αυτό που ο αναγνώστης θεωρεί δυσνόητο, ακατανόητο γι’ αυτό και γρήγορα εγκαταλείπει το κείμενο καταφεύγοντας σε είδη γραφής που είναι περισσότερο προσιτά. Μια ιστορία για παράδειγμα, μυθιστόρημα, διήγημα ή ακόμα και δοκίμιο που έχει αρχή, μέση, τέλος.
- Ποιες οι επιρροές σου, ποιους ανθρώπους της λογοτεχνίας θαυμάζεις;
Όταν ξεκίνησα να γράφω ήμουν επηρεασμένος από τους Γάλλους καταραμένους ποιητές -έναν ρόλο που καθιέρωσε ο Βερλέν γι’ αυτούς που έγραψαν μένοντας στο περιθώριο και συγκρούστηκαν με την εποχή τους, όπως ο ίδιος, ο Μποντλέρ, ο Μαλαρμέ, ο Ρεμπό- αλλά και απ’ τον Αμερικανό Πόε του οποίου «Το κοράκι» με είχε συγκλονίσει. Αργότερα ανακάλυπτα σιγά – σιγά όλους εκείνους τους Έλληνες του μεσοπολέμου και πολύ αργότερα τους νομπελίστες μας και όλους τους άλλους -σύγχρονους για την εποχή τότε- και βέβαια τα τελευταία 20-30 χρόνια διάβασα Εγγονόπουλο, Εμπειρίκο και φυσικά Νίκο Γκάτσο, όπου «Η Αμοργός» του αποτελεί κορυφαίο δείγμα υπερρεαλιστικής ποίησης στην Ελλάδα. Βέβαια σήμερα διαβάζω πολύ τα νέα παιδιά με την πολύ ενδιαφέρουσα γλώσσα και σκέψη αλλά κάτι μου λέει πως βρίσκονται ακόμα σε διαδικασία διερεύνησης. Έχω όμως την αίσθηση ότι θα βρουν τον τρόπο σύντομα να εκφράσουν με βεβαιότητα αυτό που τους απασχολεί, αυτό που τους τρώει μέσα τους και τέλος να υψώσουν τον δικό τους λόγο.
Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι όλες αυτές οι γενιές ποιητών έπαιξαν ρόλο και στην δική μου γραφή, παρόλο που πάντα προσπαθούσα να ακολουθήσω αυτό που πάλλεται μέσα μου.
- Λογική ή συναίσθημα; Ποιο από τα δύο παίζει κυρίαρχο ρόλο στα γραπτά σου;
Αν αυτό που κυριαρχεί δίπλα μας ως εικόνα και ως στάση ζωής των ανθρώπων φαίνεται να είναι το λογικό, τότε είναι σίγουρο ότι θα καταφύγεις στο συναίσθημα για να σου δώσει τις απαντήσεις που ζητάς. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά. Ο άνθρωπος είναι ούτως ή άλλως μια μηχανή που επεξεργάζεται πράγματα. Χρησιμοποιεί όλες εκείνες τις δυνατότητες που του δίνει η σκέψη προκειμένου να βρει την αλήθεια του και να την καταθέσει δημιουργικά στο χαρτί. Δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές σ’ αυτή τη διαδικασία. Είσαι εσύ, μ’ αυτό που κουβαλάς. Κανένα λοιπόν απ’ τα δύο δεν έχει τον πρώτο λόγο ή τίποτα απ’ τα δύο, αφού το θες, δεν παίζει τον κυρίαρχο ρόλο.
- Είναι δύσκολο ή εύκολο για εσένα κάθε φορά, να μετατρέψεις τις σκέψεις σου σε στίχους;
Όχι, καθόλου. Αυτό που ίσως είναι δύσκολο, είναι να βρεις εκείνες τις λέξεις που θα αποδώσουν με ακρίβεια τη σκέψη σου. Στον κόσμο των λέξεων υπάρχει ένας ιδιότυπος ανταγωνισμός. Λέγεται ότι οι λέξεις δεν είναι αθώες και αυτό αφορά τις διαθέσεις των ανθρώπων αλλά και την σκοπιμότητά τους όταν τις χρησιμοποιούν.
- Ας μιλήσουμε για το «εύθραυστον». Τι σημαίνει για εσένα αυτή η ποιητική, ποια τα συναισθήματά σου κρατώντας τη στα χέρια σου και γνωρίζοντας ότι είναι δικό σου παιδί;
Είναι εδώ που λέμε, όταν σου ζητούν να μιλήσεις για τα ποιήματα είναι καλύτερα να φεύγεις ή να σιωπάς. Αυτό είναι το πιο σωστό, κι αυτό είναι που σώζει και την ποίηση και εσένα. Όσον αφορά τα συναισθήματα που σου δίνει ένα δικό σου βιβλίο, είναι πάρα πολύ όμορφα και δυνατά. Φυσικά και νοιώθεις ότι πρόκειται για δικό σου παιδί, που το παίρνεις απ’ το χέρι και προχωράτε αχώριστοι πια σ’ αυτή την δημιουργική διαδρομή.
- «Οι κιθάρες μας / ταξιδεύουν πια / πάνω στα νοτερά καταστρώματα των σωμάτων. / Μια επιθανάτια ταλάντωση κι ένας αέναος λυγμός». Πώς μεταμορφώνεται η ανθρώπινη επαφή σε ένα ταξίδι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, όταν οι «κιθάρες» των σωμάτων πάλλονται;
Δεν μεταμορφώνεται, μεταγράφεται! Τα σώματα, ένα φθαρτό υλικό, που έχει κάνει μια σπουδαία και ανεπανάληπτη εκδρομή, περνάει ούτως ή άλλως στα αζήτητα με μια ηρωική έξοδο καθώς οι κιθάρες πάλλονται…
- «Στεκόσουν πάντα / πίσω απο το μπαρ της νιότης μας. / Κάτω απο χλωμά φώτα / ανάμεσα σε καλογυαλισμένα σερβίτσια / και κουρασμένα βλέμματα». Τι συμβολίζει η φιγούρα που «στεκόταν πίσω από το μπαρ της νιότης μας» μέσα σε έναν χώρο χλωμά φωτισμένο;
Δεν μ’ αρέσει να απομυθοποιώ πράγματα και καταστάσεις στα κείμενά μου, μα ούτε και στα τραγούδια μου. Αυτός ο άνθρωπος στάθηκε μ’ έναν μαγικό τρόπο πλάι μας, όλα εκείνα τα χρόνια τα δύσκολα, με ευγένεια, καλοσύνη μα και δίψα για τη ζωή. Δεν συμβολίζει τίποτα. Απλώς υπήρξε, και το να μπορείς να υπάρξεις σήμερα με τον δικό σου ανεπανάληπτο τρόπο είναι ο πυρήνας της ζωής.
- Ποιες είναι οι φιλοδοξίες σου για αυτό το ταξίδι;
Δεν υπάρχει ταξίδι με την έννοια που το λες, αν καταλαβαίνω σωστά. Ταξιδεύεις γράφοντας και φυσικά γράφοντας ταξιδεύεις. Πέρα από τον λόγο, τις σκέψεις που αποτυπώνονται στο χαρτί, υπάρχουν και οι λέξεις. Όλες εκείνες οι λέξεις που έρχονται να κατοικήσουν σε άγνωστες γειτονιές. Είναι οι γειτονιές στις οποίες οι λέξεις έχουν ανάγκη η μία την άλλη και δεν μπορούν να ζήσουν χώρια. Αν προσπαθήσεις να τις χωρίσεις θα πρόκειται για έναν ιδιότυπο θάνατο. Ενώ στις γειτονιές της ποίησης, θα ζουν και θα λάμπουν για πάντα.
- Θα ήθελες να μας πεις αν υπάρχει κάτι που να ετοιμάζεις αυτή τη περίοδο, να μοιραστείς μαζί μας τα μελλοντικά σου σχέδια;
Ναι. Ετοιμάζω ένα CD single βασικά, με τέσσερα τραγούδια, τα οποία ελπίζω να κυκλοφορήσουν μέσα στο χρόνο που διανύουμε. Και ένα βιβλίο, ένα corpus της ποίησής μου και της διαδρομής της από το 1981 μέχρι και σήμερα. Ίσως την επόμενη χρονιά μαζέψω και τραγούδια μου σ’ ένα διπλό CD, για τα 30 χρόνια μου στο τραγούδι. Θα δούμε. Τα ’χω όλα αυτά στο μυαλό μου. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Ελπίζω!
Δημήτρης Μπονόβας (Authoring Melodies 24.03.26)
Photo: John D. Carnessiotis

